μαλακτικό(ν)

μαλακτικό(ν)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "μαλακτικό(ν)" в других словарях:

  • σαλέπι — (στα αραβικά σάχλεμπ). Ονομασία θερμαντικού πιοτού, αφεψήματος ή ροφήματος, που παρασκευάζεται από τους ξηρούς κόνδυλους (ρίζες) διάφορων ορχεοειδών φυτών. Οι κόνδυλοι αλέθονται και η σκόνη τους βράζεται με ζάχαρη ή με μέλι. Είναι μαλακτικό πιοτό …   Dictionary of Greek

  • αθασόφυλλο — το ρόφημα από βρασμένα φύλλα αμυγδαλιάς ή από αμύγδαλα και λιναρόσπορο χρησιμοποιείται στην Κύπρο ως μαλακτικό τού στήθους για κρυολογήματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αθάσι + φύλλο] …   Dictionary of Greek

  • γλυκόριζα — (glycyrrhiza).Γένος πολυετών ποωδών φυτών της οικογένειας των ψυχανθών, ιθαγενών των μεσογειακών περιοχών της Ευρώπης και της Ασίας και της Νότιας Αμερικής. Χαρακτηρίζονται από ρίζες που πηγαίνουν σε μεγάλο βάθος και αδενώδη φύλλα. Τα… …   Dictionary of Greek

  • κοπτάριον — κοπτάριον, τὸ (Α) [κοπτή (Ι)] 1. είδος ιατρικού τονωτικοὺ παρασκευάσματος τών αρχαίων από αμύγδαλα φρυγμένα και τριμμένα, μαζί με μέλι, πιπέρι και άλλες αρωματικές και διεγερτικές ουσίες 2. μαλακτικό τής κοιλιάς με τριμμένο αμύγδαλο, νίτρο,… …   Dictionary of Greek

  • μάλαγμα — το (AM μάλαγμα) [μαλάσσω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μαλάζω, η μάλαξη, το μαλάκωμα νεοελλ. πλέγμα από σχοινιά που κρέμεται στα πλάγια μέρη τού πλοίου για να εμποδίζει τις ζημιές που μπορούν να προκληθούν από πρόσκρουση σε άλλα πλοία ή στις… …   Dictionary of Greek

  • μαλαγματίζω — (Α) [μάλαγμα] θεραπεύω με μαλακτικό φάρμακο …   Dictionary of Greek

  • μαλακτικός — και μαλαχτικός, ή, ό, θηλ. και ιά (AM μαλακτικός, ή, όν) [μαλακτός] 1. αυτός που έχει την ιδιότητα να μαλακώνει 2. κατευναστικός, καταπραϋντικός («λόγους ψυχῆς μαλακτικούς», Κ. Μανασσ.) νεοελλ. (αισθητ.) γενικός χαρακτηρισμός συστατικών τών… …   Dictionary of Greek

  • μαλθακτήριος — μαλθακτήριος, ία, ον (Α) [μαλθάσσω] το ουδ. ως ουσ. τὸ μαλθακτήριον μαλακτικό φάρμακο …   Dictionary of Greek

  • παριεταρία — (parietaria). Δικοτυλήδονο φυτό της οικογένειας των ουρτικιδών. Αριθμεί περισσότερα από 10 είδη, που ζουν σε εύκρατες περιοχές. Πρόκειται για πόες μονοετείς ή πολυετείς, τριχωτές, με φύλλα επαλλάσσοντα, έμμισχα και με παράφυλλα. Τα άνθη τους… …   Dictionary of Greek

  • πιτυρόλουτρο — το, Ν λουτρό σε νερό όπου έχουν βραστεί πίτυρα και που θεωρείται ως κατευναστικό και μαλακτικό, ενώ ενδείκνυται και σε παθήσεις τού δέρματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < πίτυρον + λουτρό] …   Dictionary of Greek

  • πράσο — το / πράσον, ΝΑ βοτ. κοινή σήμερα ονομασία τού, κατά τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση, διετούς ποώδους φυτού Αllium porrum, που ανήκει στην οικογένεια λιλιίδες και χρησιμοποιείται στη μαγειρική και τού οποίου ο χυμός είναι διουρητικός ενώ το… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»